Σχετικά

Εναλλακτικός ιστότοπος για την Τήνο και όχι μόνο, εκτεθειμένος σε μέρος που το προσβάλλει ο άνεμος και ορατός από όλους

Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012

Ερωτάται ο Σεβασμιότατος Σύρου Δωρόθεος:




“Άφησα τελευταία τη «Χρυσή Αυγή» που στην πραγματικότητα είναι «μαύρη νύκτα».
Είναι θλιβερό ότι κάποιοι «χριστιανοί αγωνιστές» ταυτίστηκαν με τη χρυσή αυγή για να υπερασπιστούν τον Χριστό.
Τον Χριστό που η «χρυσή αυγή» τον διώκει, τον προσβάλλει και τον εξευτελίζει καθημερινά και το πράττει στα πρόσωπα, των προσφύγων, των μεταναστών ακόμα και των παιδιών.
Ξεχάσατε αγαπητοί μου χριστιανοί το λόγο του Χριστού «εφόσον εποιήσατε, ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε;»
Δεν είναι ο άνθρωπος εικόνα του Χριστού όποιος και εάν είναι; Δεν είναι ένας μετανάστης, ένας πρόσφυγας, ελάχιστος αδελφός του Χριστού;
Δεν είναι ο «πλησίον» της Παραβολής του Καλού Σαμαρείτη; Σύμφωνα λοιπόν με την χρυσαυγίτικη αντίληψη θα έπρεπε ο Σαμαρείτης βλέποντας τον πληγωμένο Ιουδαίο να τον πετάξει στα σκουπίδια, τότε θα ήταν «καλός».
Κάθε εναγκαλισμός και χάϊδεμα χριστιανού η πολύ περισσότερο ιερωμένου προς την Χρυσή Αυγή δείχνει μπέρδεμα φρικτό και ακύρωση της πίστης.
Κανείς δεν μπορεί να παίζει «εν ου παικτοίς». Ο λόγος του Θεού έχει απόλυτο και αιώνιο κύρος.
Είναι άλλο το θέμα των προσφύγων και των προβλημάτων που μια ανίκανη πολιτική ηγεσία άφησε να δημιουργηθούν και άλλο η απόλυτη αξία του ανθρώπινου προσώπου.
Δεν θα ακυρώσουμε την αλήθεια του Θεού για να λύσουμε τα προβλήματα μας. Αντιθέτως τα προβλήματα δημιουργήθηκαν γιατί την αλήθεια του Θεού την αντικαταστήσαμε με την αλαζονεία μας και την επιπολαιότητα μας.
Στώμεν λοιπόν καλώς! Στώμεν μετά φόβου! Η άκρη του κουβαριού είναι του Χριστού το θέλημα και όχι οι αυθαιρεσίες και οι εξυπνάδες των ανθρώπων!”

Εδώ όλη ή δήλωσή του από την: romfea 
και η  απάντησή Του στις απειλές της χρυσής αυγής. 


Αυτή την τοποθέτηση, μεταξύ άλλων, έκανε ο Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Παύλος, στις 14 Οκτωβρίου με αφορμή τα επεισόδια που έγιναν κατά την πρεμιέρα της θεατρικής παράστασης «Corpus Christi» και την συμμετοχή σε αυτά και της χρυσής αυγής.
Ψάχνοντας συνεχώς στο διαδίκτυο, σε διάφορα blogs προθύμων, στην Τήνο (Τηνιακή, Τήνια news), ή σε  Κυκλαδίτικα (Σύρος Today)  που κατά καιρούς φιλοξενούν δηλώσεις και δραστηριότητές σας, δεν βρήκαμε ΚΑΜΜΙΑ αναφορά σας σχετικά.
Επειδή μπορεί να μας διαφεύγει κάτι σχετικά, με μεγάλη μας χαρά θα φιλοξενήσουμε οποιαδήποτε σχετική δήλωσή σας ή θα αναπαραξουμε από το διαδίκτυο την άποψή σας.

Με αφορμή την 28η Οκτώβρη- H αφήγηση του πατέρα

Γιώτα Ιωαννίδου στο:aristeroblog


















«Δε μας ένοιαζε ο θάνατος. Γιατί ήμασταν νέοι, όρθιοι και κοιτούσαμε μακριά, μπροστά στην ιστορία… Στα δεκαεννιά και τα είκοσι πηγαίναμε στο εκτελεστικό απόσπασμα τραγουδώντας… »
Έτσι μάθαινα την ιστορία, μέσα από τις αφηγήσεις του πατέρα, του θείου, του σογιού, απ’ όσο θυμάμαι τον εαυτό μου. Γνώρισα το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ, το αντάρτικο αλλά και την πείνα, τους δοσίλογους και τους ταγματασφαλίτες, τις φυλακές και τα ξερονήσια αλλά και τους κομμουνιστές κι όσους αγωνίζονταν μέσα από την μετάγγιση της εμπειρίας, των αγωνιών, των πόθων και του πόνου των δικών μου ανθρώπων.
Όταν το σχολικό εγχειρίδιο σταματούσε στο «ΟΧΙ» του Μεταξά, ένιωθα την οργή του πατέρα για το δικτάτορα της 4ης Αυγούστου, που μας τον μάθαιναν για ήρωα. Κι αν οι σχολικές διδαχές μιλούσαν για βασιλείς και αστούς πολιτικούς, που σώσανε τη χώρα, εγώ είχα ήδη την εικόνα στο μυαλό μου αυτών που την κοπάνησαν στην Αίγυπτο, μεταφέροντας εκεί τα βασιλικά τους παλάτια, ενώ ο απλός λαός πέθαινε από την πείνα.
Καταλάβαινα ότι το ΕΑΜ, κι όλοι αυτοί που πήραν τα όπλα και πάλεψαν για να λευτερωθεί αυτός ο τόπος, ήταν απαγορευμένες λέξεις στο σχολείο, αλλά ο πατέρας με είχε συνεπάρει με τις διηγήσεις του, ώστε να καταλαβαίνω, πως η αλήθεια πολλές φορές θα βγαίνει στην παρανομία, χωρίς να γίνεται ωστόσο μπορετό ολότελα να κρυφτεί. Μόνο κάθε φορά που μιλούσε για τα βασανιστήρια, τις ατελείωτες ώρες στη φυλακή, περιμένοντας την εκτέλεση, και τα μαρτύρια- μαρτυρίες στη Γυάρο, ζάρωνα στην αγκαλιά του από φόβο. Ένα φόβο όμως περίεργο, όχι με διάθεση να δεχθώ την υπογραφή δήλωσης στο άδικο για να σώσω τον εαυτό μου. Μα φόβο για το αν εγώ θα άντεχα  στην προσπάθεια να γίνουν όσα εκείνοι, οι καθημερινοί (!) κατά τα άλλα άνθρωποι, υπερασπίστηκαν με τόσο πάθος.
Ο πατέρας δεν ήταν διανοούμενος, ούτε ιστορικός. Είχε βγάλει με κόπο το γυμνάσιο και δούλευε εργάτης σε κλωστοϋφαντουργία. Την υπεραξία και λίγα γαλλικά, τα έμαθε στη φυλακή. Πάντα έλεγε πως τη μεγαλύτερη δύναμη στην αντίσταση και την επανάσταση, για τα δίκια του κόσμου, τη δίνουν οι «γραβιάδες» και οι «ξεβράκωτοι».
Ο πατέρας έζησε και σε καλύτερες εποχές. Οι δάσκαλοι νικήσανε το φόβο και τις διώξεις και ξαναπήρανε το νήμα της ιστορίας να το υφάνουν, πιο ορθά στα μυαλά μας. Τα βιβλία αλλάξανε πολλές φορές, μα πάντα την ιστορία την καταλάβαιναν τα παιδιά όταν ένας δάσκαλος μετάγγιζε τη ψυχή του και έστεκε ορθός με τους αγώνες του να τη διδάξει.
Ο πατέρας έχει πια πεθάνει. Δεν έζησε κι αυτή την αλλαγή των καιρών. Όπου πάνω στην κοινωνική καταβύθιση, η καπιταλιστική κρίση ξαναφέρνει τα τάγματα εφόδου να παρελαύνουν στους δρόμους και στα μυαλά των παιδιών. Η αφήγησή του βέβαια είχε τα τελευταία χρόνια υποχωρήσει. Όχι γιατί τον κούρασε η αρρώστια. Η αγορά και ο καπιταλισμός ήταν σε επέλαση, πάνω στα ερείπια ενός Οκτώβρη που δεν μπόρεσε. Η ιστορία, έλεγαν κάποιοι πως σταμάτησε και η πλαστική ευμάρεια, των δανείων και των μάνατζερ πήρε το πάνω χέρι. Όραμα έγιναν οι γιάπις, όσοι τα κονομάνε κι όσοι κοιτάνε την πάρτη τους. Έτσι η σιωπή αντικατέστησε την αύρα της δυνατότητας μιας άλλης κοινωνίας. Αρκετοί δάσκαλοι, σώπασαν ή παραγκωνίστηκαν από τις δεξιότητες, τα προγράμματα και τα φροντιστήρια εκγύμνασης για μια καριέρα σπουδαία. Τα οράματα θεωρούνταν πια ανοησία κάποιων μη ρεαλιστών.
Η ιστορία γέμισε χρονολογίες κι άδειασε από νεύρο και συναίσθημα. Και τώρα έρχεται να ξαναγραφτεί από αυτούς που την πρόδωσαν. Ήρωες οι δοσίλογοι και οι ταγματασφαλίτες, εθνικιστές που νοιάστηκαν την πατρίδα και γι’ αυτό υπηρέτησαν πιστά τους γερμανούς και το σύστημα. Καθαρά τα χέρια που χαιρετούν φασιστικά. Το αίμα το ξέπλυναν οι θύελλες της κρίσης. Μάγκες οι νταβατζήδες της κοινωνικής απόγνωσης, που προκειμένου να μην πειραχθούν τα μεγάλα αφεντικά, την στρέφουν ανάμεσα στους εργαζόμενους, τους άνεργους, τους φτωχούς και τους κατατρεγμένους. Υποταγή στον φωτισμένο ηγέτη και καταρράκωση οποιασδήποτε αξιοπρέπειας και ελεύθερης σκέψης. Οι κομμουνιστές και οι αγωνιστές, συνδικαλιστές πάλι στο απόσπασμα, όπως τότε, ρίχνοντας πάνω τους τις ευθύνες για μια κοινωνία και ένα πολιτικό σύστημα που σαπίζει και γεννά τη φασιστική σκιά στην αποφορά του.
Ο πατέρας, πάρα πολλοί πατεράδες και μανάδες, εκείνης της εποχής αναμετρήθηκαν με το τέρας, σε καιρούς  δίσεκτους. Δεν υπολόγισαν ότι ο εχθρός ήταν πιο δυνατός. Ποτέ εξάλλου το «Κούγκι» και το «Κάστρο του Υμητού», δεν μέτρησε τις δυνάμεις του με τη ρεαλιστικότητα, γι αυτό έγιναν φώτα πορείας για πολλές γενιές. Τα οράματα ψηλώνουν τις καρδιές των ανθρώπων, η αύρα τους χαϊδεύει τις επιλογές τους. Και λες και λένε όλοι: «ναί το ‘καναν, γιατί έτσι έπρεπε» κι όχι γιατί υπολόγισαν πως είχαν τη νίκη ολόφωτη να περιμένει στο δρόμο. Αυτά τα οράματα, οι επιλογές, οι πράξεις των ανθρώπων, μας έδωσαν πνοή για να διαβούμε το κατώφλι του αιώνα. Μας έμαθαν την ιστορία, παρά κι ενάντια σε όσους κυρίαρχους, πάσχιζαν να την ξαναχαράξουν στα δικά τους μέτρα. Ζήσαμε την πρώτη μας νιότη με ιδέες, δικαιώματα, απολαβές που αυτοί μας «δάνεισαν». Κι ας το αγνοούσαν οι περισσότεροι. Κι ας νόμισαν πως ηττήθηκαν γιατί δεν έφτασαν στο τέλος που ονειρεύτηκαν.
Εμείς, τι θα αφήσουμε στα παιδιά μας; Έναν κόσμο λεηλατημένο από δικαιώματα, με τις ανάγκες στην παρανομία και την ελευθερία στο απόσπασμα; Άτολμοι καν να μεταγγίσουμε όσα πήραμε; Ανίκανοι να βγούμε από το λαγούμι του φόβου, μιας καθημερινότητας που καταλύεται, κλαψουρίζοντας και γλείφοντας την ανημπόρια μας; Κι αν δεν μπορούμε να χτίσουμε ολόκληρο το όνειρο μιας άλλης κοινωνίας, θα κοιτάμε μόνο προς τα κάτω προσκυνώντας ή θα τολμήσουμε να προκαλέσουμε την ιστορία, κι ας γίνουμε ένα νέο «κάστρο του Υμηττού»; «Αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ, πως θα γενούνε τα σκοτάδια λάμψη»; έγραφε ο ποιητής
Ας είναι. Μέρες που είναι θέλησα να σταθώ δίπλα στους μαθητές μου, έξω από την σκουριά της συνήθειας. Κι ήρθε στο μυαλό μου η δική μου εικόνα σαν μαθήτρια. Κι έκρινα πως υπάρχει ακόμη ελπίδα να απολογίσουμε τους νεκρούς μας ενάντια στο φασισμό, όχι με άσκοπες και βαρετές νεκρολογίες, μα με αποφάσεις και επιλογές. Κοιτώντας τα παιδιά στα μάτια και φλογίζοντας ξανά τις καρδιές τους, με τις υποσχέσεις του δικού μας ξεσηκωμού. Για να μπορούμε κι εμείς να ιστορούμε αυτό τον ξεσηκωμό και να ζεσταίνουμε τις καρδιές των μελλούμενων γενιών, όπως οι πατεράδες και οι μανάδες μας.

Σύντομη Περιγραφή: 

Γιώτα Ιωαννίδου
Το «Κούγκι» και το «Κάστρο του Υμητού», δεν μέτρησαν τις δυνάμεις τους με τη ρεαλιστικότητα, γι αυτό έγιναν φώτα πορείας για πολλές γενιές. Τα οράματα ψηλώνουν τις καρδιές των ανθρώπων, η αύρα τους χαϊδεύει τις επιλογές τους. Και λες και λένε όλοι: «ναί το ‘καναν, γιατί έτσι έπρεπε» κι όχι γιατί υπολόγισαν πως είχαν τη νίκη ολόφωτη να περιμένει στο δρόμο.
 
 

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

Μες στο σκοτάδι που καίει




Του Δημήτρη Γκιβίση: στο rednotebook

Μέσα σε αυτή την σκληρή εποχή που ζούμε, ολοένα και συχνότερα έρχονται και μας κυκλώνουν οι καθημερινές ιστορίες των ανθρώπων, αυτές που διαπερνούν το σώμα, τρυπάνε τα κόκαλα, και σημαδεύουν κατευθείαν στο μυαλό. Είναι οι φωνές των «από κάτω», των «εκτός των τειχών», εκείνων που ανοίγουν δρόμους με οδηγό τους την ανάγκη. «Κλέβω από το σούπερ μάρκετ το γάλα των παιδιών μου…», έλεγε πριν λίγες ημέρες μια άνεργη μάνα τεσσάρων παιδιών στην πρωινή εκπομπή του «μεγάλου καναλιού», στο ίδιο που κάθε βράδυ οι κυνικοί παρουσιαστές του κεντρικού δελτίου οπλίζουν τα μικρόφωνά τους και απειλούν όποιον επιμένει να σκέφτεται, να αγωνίζεται, να διεκδικεί. Και αμέσως μετά, μια ακόμα μαχαιριά: «δεν έχουμε λεφτά να πληρώσουμε τη ΔΕΗ και ζούμε στο σκοτάδι…». Κι όμως, μέσα από το σκοτάδι φαινόταν καθαρά ότι το βλέμμα της έλαμπε. Όπως λάμπει πάντα το βλέμμα των αξιοπρεπών ανθρώπων. Στα αυτιά μου καρφωμένες οι τρεις δολοφονικές λέξεις «ζούμε στο σκοτάδι». Τα μάτια μου κολλημένα στα μάτια της μάνας, μια μικρή φωτιά που επιμένει να καίει. Το βλέμμα της σκληρό, αποφασιστικό, αμίλητο. Δεν είχε τίποτα από την αυταρέσκεια του Ανδρουλάκη όταν διαφημίζει τα λογοτεχνικά του πονήματα στα πρωινάδικα, από την όψη των φτιασιδωμένων, των πρόθυμων, των ανέραστων.     

Προφανώς για πολλούς -όπως για τον υποψήφιο ευρωβουλευτή της αυτοαποκαλούμενης υπεύθυνης αριστεράς Γιάννη Μπέζο, αυτής της αριστεράς που την υπευθυνότητά της την εγγυάται το ονοματεπώνυμο του επικεφαλής της -βλ. το αμίμητο ψηφοδέλτιο «Δημοκρατική Αριστερά - Πρόεδρος Φώτης Κουβέλης»,- οι ευθύνες βαραίνουν αποκλειστικά την ίδια την μάνα, επειδή τόσα χρόνια κατανάλωνε περισσότερα από αυτά που παρήγε. Ίσως γι΄ αυτό το λόγο, η παραδειγματική τιμωρία που τώρα της αξίζει είναι να ζει στο σκοτάδι και να μην βλέπει το κλίμα που αλλάζει διεθνώς υπέρ της Ελλάδας, σύμφωνα και με τις πρωθυπουργικές διαπιστώσεις.

Όμως ας αφήσουμε την πληκτική συνέντευξη που έδωσε στο tvxs ο άνθρωπος που μας καλεί να αφήσουμε την επαναστατική γυμναστική και να πολιτευτούμε επί της ουσίας. Άλλωστε, έκαστος εφ΄ ω ετάχθη. Το ζητούμενο στη ζωή είναι να παραμένει ο καθένας σταθερός στις αυταπάτες του, ειδικά τώρα που και αυτές δεν αισθάνονται πολύ καλά με «την αριστερά που μπορεί». Κι ας πάμε στα ουσιώδη.

Τον περασμένο χειμώνα, το κίνημα «Δεν Πληρώνω» κατάφερε με την μαζικότητά του να μην κόβεται το ρεύμα σε όσους δεν πληρώνουν το χαράτσι στα ακίνητα. Εν μέσω απειλών, αυτό το χαράτσι αναγκάστηκαν να το πληρώσουν άδικα χιλιάδες άνθρωποι. Την ίδια στιγμή, ο πολιτικός ογκόλιθος για τον οποίο αργότερα χιλιάδες άνθρωποι πλήρωναν δύο ευρώ (χωρίς απόδειξη), για να τον ψηφίσουν πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ με αντίπαλο τον Κανένα, αυτό το χαράτσι το είχε χαρίσει για τους μεγαλοϊδιοκτήτες, με απόφαση που πήρε ως υπουργός Οικονομικών. «Αυτές οι αποκαλύψεις είναι από τον λαϊκιστή τον Φωτόπουλο», θα πουν σύσσωμοι οι εστέτ του κυβερνητικού τρίο. Θαυμαστή η επισήμανση, αλλά παραβλέποντας την κακοφωνία τους, να υπενθυμίσω το αυτονόητο: η εμμονή να κοιτάς συστηματικά το δέντρο, όχι μόνο δεν εξασφαλίζει την απαγκίστρωση από το δάσος, αλλά οδηγεί κατευθείαν και αδιαπραγμάτευτα στον Καιάδα. Τον αληθινό Καιάδα, όχι τον μαϊμού σατανιστή του Μιχαλολιάκου, γνωστό και ως ίνδαλμα του Πέτρου Γαϊτάνου. 

Παρά την τότε νίκη του κινήματος ενάντια στα χαράτσια, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία η ΔΕΗ έχει κόψει το ρεύμα σε περισσότερους από 120.000 καταναλωτές επειδή δεν είχαν να πληρώσουν την κατανάλωση. Στην μνημονιακή Ελλάδα του 2012, μια πτυχή της ανθρωπιστικής καταστροφής που συντελείται είναι ότι χιλιάδες άνθρωποι στερούνται με τη βία (γιατί η φτώχεια είναι μόνο βία και όχι θυσία της κοινωνίας όπως θέλουν να μας πείσουν οι κυβερνώντες και τα παπαγαλάκια τους) ένα κατά κοινή παραδοχή κοινωνικό αγαθό. Ένα αγαθό το οποίο παρόλο που πουλιέται ως εμπόρευμα, δεν χάνει την βασική του ιδιότητα: την ικανοποίηση κοινωνικών αναγκών. Χιλιάδες άνθρωποι δίπλα μας βλέπουν να αλλάζουν οι ζωές τους σε μια στιγμή, με το κατέβασμα ενός διακόπτη, με την εντολή που δίνει κάποιος ανάλγητος γραφειοκράτης. Άνθρωποι που ελπίζουν στο σκοτάδι, που αγγίζονται στο σκοτάδι, που χορεύουν στο σκοτάδι. Εραστές που κάνουν έρωτα χωρίς να κοιτάζονται στα μάτια, παιδιά που παρακαλούν το φεγγάρι να φωτίσει το παιχνίδι τους, βιβλία που μένουν αδιάβαστα στις βιβλιοθήκες. Ποια τραγούδια συντροφεύουν τις ώρες τους; Τι ονειρεύονται μέχρι να ξημερώσει; Πώς γράφονται τα ποιήματά τους όταν δύσει ο ήλιος; Χιλιάδες άνθρωποι ζωντανοί μέσα στο προσωπικό τους καταφύγιο, με τα μάτια κόκκινα, μα όχι από το κλάμα, δεν φτάνουν τα δάκρυα ως εδώ. Από την οργή κοκκινίζουν τα μάτια. Από την οργή και την αξιοπρέπεια, που πάντα φωτίζει τα μάτια των ανθρώπων.  

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

ΕΣΥ σε ποια πλευρά βρίσκεσαι;



Δεν γίνεται ΕΣΥ να μένεις αμέτοχος. Πρέπει κι ΕΣΥ να πάρεις ΤΩΡΑ θέση. Η ουδετερότητα ΣΟΥ εκλαμβάνεται ως συνηγορία, ως αποδοχή, ως παράδοση. 
Η ευθύνη ΣΟΥ είναι ατομική.

 Η λύση ΜΑΣ είναι συλλογική!

Εμείς τι κάνουμε; (Νο 3)





Όχι, εσύ τι κάνεις; Τι κάνεις ρε γαμώτο; Δεν βλέπεις τι γίνεται; Εμφύλιο θέλουνε (http://news247.gr) και εμφύλιο θα φέρουν αν τους αφήσεις. Είναι ναζιστές  (www.youtube.com) το παραδέχονται, δεν το καταλαβαίνεις; Τι κάνεις ρε δήμαρχε, ρε σύμβουλε, ρε δημοσιογράφε, ρε δημόσιε υπάλληλε, ρε επιχειρηματία, ρε καθηγητή, ρε δάσκαλε, ρε γονιέ; Σε σένα απευθύνομαι που διαβάζεις αυτές τις λέξεις και λες «άλλο ένα άρθρο για τη Χρυσή Αυγή» ή «δεν τον γουστάρω τον φασισμό αλλά την είδαμε και την δημοκρατία» ή «δεν μπορεί να γίνει τίποτα, το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω». Σε σένα που λέγοντας αυτά, από μέσα σου σκέφτεσαι «κάτσε να χουμε τα νώτα μας φυλαγμένα γιατί η Χρυσή Αυγή ανεβαίνει και θα γίνει εξουσία και θα είμαστε όλοι φακελωμένοι».

Δεν ανεβαίνει γαμώτο μόνη της η Χρυσή Αυγή, εσύ την ανεβάζεις. Εσύ και εγώ. Όλοι όσοι καθόμαστε και την κοιτάζουμε να ανεβαίνει με σταυρωμένα τα χέρια. Όσοι βλέπουμε τα παιδιά μας να βουλιάζουν κάθε μέρα στον λάκκο του φασισμού, στον λάκκο με τα φίδια του μίσους, γιατί τα αυγά εκκολάφτηκαν, τέλος. Κι έτσι όπως ανεβαίνει με την δική μας ανοχή, έτσι μόνο μπορεί και να πέσει με την δική μας αντίσταση. Και ξέρεις, με λογομαχίες και βρισιές στοfacebook και στο twitter δεν κάνεις αντίσταση. Τίποτα δεν κάνεις, ίσως κάνεις και διαφήμιση.

Και τι πρέπει να κάνω θα μου πεις. Αυτό το ερώτημα βασανίζει και μένα, μα ας το συζητήσουμε επιτέλους σοβαρά, ας σταματήσουμε να το κλωτσάμε. Κάθε μέρα μια μπάλα με έναν αγκυλωτό σταυρό γίνεται πάσα γύρω – γύρω και κανείς δεν κάνει το ρημάδι το σουτ που θα την στείλει στον αγύριστο. Ρώτα τον φίλο σου τι να κάνεις, τι να κάνετε. Ρώτα τον γονιό σου, καλύτερα ρώτα το παιδί σου. Όταν σε ρωτήσει κάποιος τι να κάνει, μην απαντήσεις «δεν μπορείς να κάνεις τίποτα» ρε γαμώτο. Συζήτησέ το, με όλους, με όλους.

Φοβάσαι γαμώτο. Το ξέρω. Δεν μπορείς να τα βάλεις με αυτούς. Κι εγώ φοβάμαι ρε. Όλοι φοβόμαστε. Ο φόβος μας τους τρέφει όμως, το κατάλαβες; Εκεί πατάνε. Εκεί πατάνε κι αυτοί που ξύπνησαν το τέρας, στον φόβο. Κι αν φοβάσαι σήμερα μία, αύριο που θα ανέβουν πιο πολύ εξαιτίας του σημερινού σου φόβου, αύριο θα φοβάσαι περισσότερο. Σήμερα φοβάσαι για τη δουλειά σου, αύριο θα φοβάσαι για τη ζωή σου. Σήμερα φοβάσαι να μιλήσεις στο παιδί σου, αύριο θα φοβάσαι να μιλήσεις γενικά. Τώρα πρέπει να νικήσεις τον φόβο σου. Κι εγώ τον δικό μου. Τώρα πρέπει να μιλήσουμε ανοιχτά για το θέμα του φασισμού χωρίς τον αναθεματισμένο τον φόβο που έχουμε συνηθίσει να μας κυριεύει.
Ανοιχτή συζήτηση τώρα για να ξεβρομίσει ο νους μας.

Αναρτήθηκε από Πέτρος Κουσουνάδης στο:enas1983