Σχετικά

Εναλλακτική κίνηση για την Τήνο, εκτεθειμένη σε μέρος που το προσβάλλει ο άνεμος και ορατή από όλους

Σάββατο, 11 Αυγούστου 2012

Η κοτόπιτα, η Δημοκρατία και η Αριστερά


Όσο μαινόταν η πολιτικολογία κατά τις δύο πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις, απέφυγα να γράψω ένα ακόμη άρθρο της κατηγορίας «τι θα ψηφίσω» κι ακόμη περισσότερο απέφυγα το απεχθέστερο αδερφάκι του, το άρθρο της κατηγορίας «τι δεν θα ψηφίσω». Ο λόγος ήταν πως δεν χρειάζεται και πολλή σκέψη για να ξέρει κανείς ότι η προσωπική του επιλογή από μόνη της δεν έχει ιδιαίτερες πιθανότητες να είναι διαφωτιστική στο πλαίσιο ενός συστήματος όπου τα κουκιά δεν είναι απλώς μετρημένα αλλά και λιγοστά: αν κανείς διάβαζε τα κείμενα των δημοσιολογούντων εκείνες τις ημέρες, μαζί και τα δικά μου, δεν ήταν δύσκολο να αντιστοιχήσει το καθένα και σ’ ένα ψηφοδέλτιο. Όλοι διαλέγουμε από τα διαθέσιμα – συνεπώς καλούμαστε να σφηνώσουμε τις ιδέες μας σε στενά δοχεία...

Αυτή η κατάσταση μας οδηγεί ενίοτε σε τραγέλαφους – που δεν θα τους απαριθμήσω εδώ. Μας οδηγεί, όμως, κυρίως σε ένα είδος συζήτησης: αυτό που τοποθετεί από τη μία τους «υπέρμαχους» μιας σειράς λύσεων και από την άλλη τους «πολέμιους». Αφήνοντας, ωστόσο, για τους σκοπούς αυτού του κειμένου, απέξω τις υποψίες για την ακαταλληλότητα ορισμένων πρωταγωνιστών, νομίζω ότι κάθε καλοπροαίρετος καταλαβαίνει πως όλες σχεδόν οι προσεγγίσεις κάτι από την πραγματικότητα το ακουμπούν, έστω ξώφαλτσα. Το ελληνικό Δημόσιο, λόγου χάρη, είναι πράγματι αξιοθρήνητο (αρκεί να έχεις επισκεφτεί εφορία για το ξέρεις) κι αυτό θυματοποιεί κατά κανόνα τα μεσαία και μικρά στρώματα, τις μικρές επιχειρήσεις, εμποδίζει την παραγωγή, την ανάπτυξη κτλ. Ισχύει όμως επίσης ότι το να απαντήσουμε σε αυτή την κατάσταση πως «οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι χαραμοφάηδες» και να τους κλαδέψουμε είναι αντίδραση ψυχοπαθούς – ειδικά αν δεν συνυπολογίσουμε πως τα ελκυστικά συμβόλαια του Δημοσίου δεν τα καρπώνονται οι δημόσιοι υπάλληλοι αλλά οι εθνικοί εργολάβοι, που κατέχουν παρεμπιπτόντως και τα ΜΜΕ, και μαζί τους οι πολιτικοί μας.
Σε μια οικονομία, χάριν παραδείγματος και πάλι, που τη θέλουμε «ελεύθερη» (με την έννοια της ελεύθερης δραστηριότητας του καθενός – αν εγώ δηλαδή θέλω να εμπορευτώ τη μοναδική συνταγή μου για κοτόπιτα, να μπορώ να το κάνω ελεύθερα), είναι πράγματι εξοργιστικό το κράτος –αλλά και η εκκλησία, για να μην ξεχνιόμαστε– να κρατάει γη που δεν την παραδίδει σε μένα ή σε σένα (ιδιώτες!) για να φτιάξουμε φούρνο, μπαράκι, πίστα γκο-καρτ, λαχανόκηπο ή γραφεία για την κολεκτίβα μας που αναπτύσσει ελεύθερο λογισμικό. Αλλά, πάλι,  να μας οδηγεί αυτή η διαπίστωση στο συμπέρασμα ότι πρέπει να πουλήσουμε όλα τα δημόσια αγαθά, το νερό, τους δρόμους, τα λιμάνια, ακόμη και προστατευόμενες εκτάσεις με απειλούμενα είδη, σε πολυεθνικές εταιρείες που κατέχουν διεθνή ολιγοπώλια, προς μόλις 7 δις ευρώ συνολικά (όπως προκύπτει από το ρεπορτάζ του UNFOLLOW #8), σημαίνει ότι κάποιος πρέπει να μας μαζέψει επειγόντως από το δημόσιο βήμα μας και να μας πλακώσει στη θοραζίνη.

Θέλω να πω ότι το να είναι κανείς «υπέρ» των μεταρρυθμίσεων στο Δημόσιο ή «υπέρ» των ιδιωτικοποιήσεων είναι, στην παρούσα συγκυρία, παραπλανημένο, αν όχι ύποπτο. Διότι δείχνει πως δεν καταλαβαίνει ότι «ιδιωτικοποίηση» δεν σημαίνει να απαλλαγώ εγώ από όλες τις αγκυλώσεις που με εμποδίζουν να ανοίξω τον φούρνο με τη μοναδικότερη κοτόπιτα της χώρας κι έτσι να συμβάλω στην παραγωγή, στην ανάπτυξη κτλ. Αντιθέτως, «ιδιωτικοποίηση» σημαίνει να κατέχουν, σε συνεννόηση με το κράτος, το οποίο θα εντείνει ταυτόχρονα τις δυσκολίες προς τον δικό μου «ανταγωνισμό», το ολιγοπώλιο της κοτόπιτας ο «Γρηγόρης» και το «Έβερεστ», με εμένα να εργάζομαι γι’ αυτούς υπό πλήρως «απελευθερωμένες» συνθήκες, τις οποίες οι εργοδότες μου θα καθιστούν ηπιότερες προσφέροντάς μου «μία κοτόπιτα κι έναν φραπέ = μόνο 2 ευρώ!»...
Με άλλα λόγια, το ερώτημα δεν είναι: ιδιωτικοποιήσεις ή όχι, μεταρρυθμίσεις ή όχι; Το ερώτημα είναι: Ποιος τα ρυθμίζει όλα αυτά, ποιος προτείνει πειστικά εκείνες τις μεταρρυθμίσεις που θα σημάνουν την ανάπτυξη των ελεύθερων δραστηριοτήτων των δικών μου – και του καθενός; (Όχι μόνο επειδή διεκδικώ να βιοπορίζομαι από τις δικές μου ελεύθερες δραστηριότητες αλλά κι επειδή η κλίση μου σ’ αυτή τη ζωή είναι οι κοτόπιτες και άρα διεκδικώ εκείνο που η Δημοκρατία μου υποσχέθηκε, αν θυμάστε: ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς μου!) Ποιος θα προτείνει εκείνη την εξυγίανση του Δημοσίου, εκείνη την πανεπιστημιακή μεταρρύθμιση, εκείνον τον εξορθολογισμό δαπανών υγείας, που θα με ωφελεί πραγματικά;
Αν κανείς θέσει το ερώτημα έτσι, ο πυρήνας της διαφωνίας γίνεται ευκρινέστερος: Ως έχουν τα πράγματα, η κυρίαρχη απάντηση στο ερώτημα είναι πως τις προτάσεις –και την υλοποίησή τους– την επιβάλλουν τα ίδια τα αντικειμενικά δεδομένα. Πρόκειται για την καλούμενη, δυστυχώς, «ορθολογική» προσέγγιση: αυτά πρέπει να κάνουμε διότι αυτά δείχνουν τα νούμερα και την καθοδήγηση θα την προσφέρουν οι αρμόδιοι, δηλαδή ο χρηματοπιστωτικός τομέας, οι «αγορές», η οικονομική επιστήμη.
Εγώ πάλι πιστεύω ότι τις προτάσεις –και την υλοποίησή τους– πρέπει να την προσφέρει η πολιτική. Σαφέστερα: το πολιτικό σύστημα. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ανένδοτος μαρξιστής για να κατανοήσει ότι μια αντίληψη που διαβάζει το κοινωνικό πεδίο ως εν δυνάμει πεδίο συναίνεσης στο πλαίσιο «αντικειμενικών δεδομένων» είναι στην πραγματικότητα μια ιδεολογία που παραγνωρίζει πως το μόνο «αντικειμενικό δεδομένο» είναι η σύγκρουση: άλλα συμφέροντα έχω εγώ (και η μοναδική κοτόπιτά μου) και άλλα οι μεγαλοφουρναραίοι. Αν υπάρχει κάτι σπουδαίο στη Δημοκρατία δεν είναι απλώς η δυνατότητά μου κάθε τόσο να επιλέγω από μετρημένα –και λιγοστά– κουκιά. Είναι και η ιδέα πως το πολιτικό σύστημα έχει την αποστολή να εξισορροπεί τα συμφέροντα – να φτιάχνει, δηλαδή, κοινωνία μέσα από τις συγκρούσεις. Γι’ αυτό ακριβώς πρώτιστη προϋπόθεση για τη Δημοκρατία είναι το πολιτικό σύστημα να μην εκχωρεί ποτέ τον αποφασιστικό, ρυθμιστικό του ρόλο.    
Αν λοιπόν πρέπει να χωριστούμε σε «υπέρμαχους» και «πολέμιους», το διακύβευμα δεν πρέπει να είναι –καταπώς προστάζει η παραπλάνηση των κυρίαρχων ΜΜΕ– αν θα κλείσουμε τη μία ή την άλλη υπηρεσία ή αν θα πουλήσουμε το ένα ή το άλλο. Το διακύβευμα πρέπει να είναι: πώς αποφασίζουμε για όλα αυτά;
Κι εδώ είναι το ζήτημα, αγαπητοί μου δημοκράτες συνομιλητές: Η Αριστερά που διαμορφώθηκε στην Ελλάδα –και όχι μόνο– κατά τη διάρκεια της κρίσης είναι ο μόνος πολιτικός χώρος που, μ’ όλες τις ασυνέπειες, τις αγκυλώσεις, τις υστερίες της, διεκδικεί την πολιτική: το πολιτικό σύστημα ως ρυθμιστή των κοινωνικών συγκρούσεων. Μην μπερδεύεστε ούτε από τα δικά της ρητορικά ατοπήματα ούτε από τις διαστρεβλώσεις των ΜΜΕ. Αυτή η Αριστερά είναι η μόνη που υπερασπίζεται ξεκάθαρα φιλελευθεροδημοκρατικές κατακτήσεις: Ισονομία. Κράτος Δικαίου. Ανθρώπινα δικαιώματα. Την υποχρέωση των πολιτικών να είναι υπόλογοι. Το δικαίωμα στη συλλογική οργάνωση και στη διαμαρτυρία. Δεν είναι ριζοσπαστισμοί αυτά – αλλά ήταν: οι ριζοσπαστισμοί που οικοδόμησαν τη φιλελεύθερη Δημοκρατία. Αυτά καταστρέφονται σήμερα, αγαπητοί μου δημοκράτες συνομιλητές, και τούτη η Αριστερά γι’ αυτά μιλάει – όχι για υπερβατικά σχέδια παγκόσμιας επανάστασης. Για την ακρίβεια, είναι η μόνη που μιλάει γι’ αυτά. Μ’ όλη την κατανόηση για το μπέρδεμά σας, παραφράζοντας τον αγαπημένο σας Σλοβένο, χρειάζεστε τη βοήθεια των ριζοσπαστών αριστερών για να διασώσετε τη Δημοκρατία. Μόνοι σας αποτύχατε. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου