Σχετικά

Εναλλακτικός ιστότοπος για την Τήνο και όχι μόνο, εκτεθειμένος σε μέρος που το προσβάλλει ο άνεμος και ορατός από όλους

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2021

Δήμος Τήνου: 43η εθελοντική αιμοδοσία

 


Ο δήμος Τήνου, σε συνεργασία με το Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία»  διοργανώνει  την 43η Εθελοντική Αιμοδοσία Δήμου Τήνου, εις μνήμην Νικολάου Ελ. Κορνάρου,    τ. Δημάρχου Τήνου.

Πρόγραμμα αιμοληψιών

·        Στην Ενοριακή Αίθουσα Αγίου Ιωάννου Τοπικής Κοινότητας Κώμης

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου  Πρωί 10.00 έως 13.00

 

·        Στην Ενοριακή Αίθουσα Αγίου Νικολάου Τοπικής Κοινότητας Στενής

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου | Απόγευμα 16.00 έως 20.00

 

 

·        Στην Αίθουσα Εκδηλώσεων του 1ου Δημοτικού Σχολείου Τήνου

       Σάββατο, 16 Ιανουαρίου  Πρωί 09.00 έως 13.00 & Απόγευμα 16 έως      20.00 και

      Κυριακή, 17 Ιανουαρίου  Πρωί 09.00 έως 14.30

 

Λόγω της επιδημίας COVID 19 έχουν ελαττωθεί σημαντικά τα αποθέματα αίματος της χώρας μας και η ανάγκη συμμετοχής σας είναι επιτακτική. Ενημερώστε τους φίλους και γνωστούς σας, για να ενισχύσουμε με Νέους εθελοντές αιμοδότες της Δημοτικής Τράπεζας Αίματος

Απαραίτητη η χρήση του  Α.Μ.Κ.Α. και η χρήση μάσκας

 


Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2021

Πέθανε ο συγγραφέας Βασίλης Αλεξάκης


Έφυγε σήμερα από τη ζωή, σε ηλικία 77 ετών (είχε γεννηθεί στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου του 1943) ο γνωστός συγγραφέας Βασίλης Αλεξάκης. 

O Βασίλης Αλεξάκης ήταν λάτρης της Τήνου για περισσότερα από 50 χρόνια. Από  το 1967 επισκεπτόταν την Τήνο και το Γιαννάκη, όπου είχε σπίτι ο πατέρας του, και από το 1979 που έκτισε,  περνούσε με την οικογένειά του τα καλοκαίρια εκεί.

Το 2004, στήριξε την προσπάθεια των τηνιακών να σταματήσουν τους πυλώνες της ΔΕΗ.

Ανοικτή επιστολή του προς την ΔΕΗ. Πάντα επίκαιρη, ιδικά τώρα στον αγώνα ενάντια στην βάρβαρη επιβολή των ανεμογεννητριών. 

Είχε στηρίξει δε, και το Ξάνεμο στην δικαστική περιπέτεια που είχε το Γενάρη του 2013.

 Ο Βασίλης Αλεξάκης έζησε πάνω από 40 χρόνια στο Παρίσι και εργάστηκε ως συγγραφέας, αλλά και ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα Le Monde. Τα περισσότερα βιβλία του τα έγραψε κατευθείαν στη γαλλική γλώσσα, ωστόσο ξεκίνησε να γράφει μυθιστόρημα πρώτα στα ελληνικά και στη συνέχεια στα γαλλικά.

Ο ίδιος, σε συνέντευξη που έδωσε στην «Τηνιακή Ενδοχώρα», τον Ιούνιο του 2003,  στον Γιώργο Κολάρο, με την ευκαιρία της έκθεσης σκίτσου που έκανε στο «σπίτι των εκθέσεων» αλλά και της κυκλοφορίας του μυθιστορήματός  του  «Οι ξένες λέξεις» θα πει: «Δεν νομίζω ότι κανείς γράφει μυθιστόρημα ή κάνει σκίτσα αυτού του τύπου επειδή έχει απαντήσεις. Το μυθιστόρημα δεν έχει απαντήσεις. Γράφεις ένα μυθιστόρημα, επειδή έχεις απορίες, επειδή έχεις αμφιβολίες, επειδή αντιμετωπίζεις κάποια μυστήρια και η αντιμετώπιση αυτών των πραγμάτων, της ζωής θα έλεγα, μέσα από τα σκίτσα μου». «Είμαστε σε ένα διάλογο (με τον αναγνώστη-θεατή των σκίτσων). Αν είχα έτοιμες απαντήσεις για τα πράγματα, θα αρθρογραφούσα σε εφημερίδες, θα έγραφα δοκίμια, θα δούλευα σε καμιά εγκυκλοπαίδεια».

 Έργα του που έχουν εκδοθεί στην Ελλάδα

  • Η πρώτη λέξη, Εξάντας
  • Μη με λες Φωφώ, εκδόσεις Εξάντας
  • Τα κορίτσια του Σίτυ Μπουμ-Μπουμ, εκδόσεις Μίνωας
  • Μήπως πρέπει να κλείσουμε τα σιντριβάνια όταν βρέχει;, εκδόσεις Μίνωας
  • Τάλγκο, εκδόσεις Εξάντας
  • Παρίσι – Αθήνα, εκδόσεις Εξάντας
  • Πριν, εκδόσεις Εξάντας και το 2017 εκδόσεις Μαιταίχμιο
  • Η μητρική γλώσσα, εκδόσεις Εξάντας
  • Ο μπαμπάς, εκδόσεις Εξάντας
  • Η σκιά του Λεωνίδα, εκδόσεις Εξάντας
  • Γδύσου, εκδόσεις Εξάντας
  • Η καρδιά της Μαργαρίτας, εκδόσεις Εξάντας
  • Η τελευταία νύχτα του αιώνα, εκδόσεις Εξάντας
  • Το μυστικό του κίτρινου τάπητα, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα
  • Έλεγχος ταυτότητας, εκδόσεις Εξάντας
  • Οι ξένες λέξεις, εκδόσεις Εξάντας
  • Εγώ δεν, εκδόσεις Εξάντας
  • Greek around the world, εκδόσεις Άποψη
  • Θα σε ξεχνάω κάθε μέρα, εκδόσεις Εξάντας
  • Το κεφάλι της γάτας, εκδόσεις Μίνωας
  • μ.Χ., εκδόσεις Εξάντας
  • Το Κλαρινέτο, 2016 εκδόσεις Μεταίχμιο.


Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2021

Ὁ Ἄλλος

τοῦ Γιώργου Δημόπουλου

   Μοῦ χαρίστηκε ἡ ἐξαιρετική προνομιακή τιμή νά γνωρίσω τόν Ἰησουητισμό, φιλοξενούμενος γιά τρεῖς μῆνες  στό μοναστήρι τῶν Ἰησουιτῶν τοῦ Στρασβούργου, μέ τήν μεσολάβηση τοῦ κατά πάντα ἀγαπητοῦ μου Ἰησουίτη πατέρα Μιχαλάκη Ρούσσου. Πάντα εὐγνώμων πρός τοῦτο. Ἡ ἐμπειρία μου αὐτή δέν καλύπτεται μέ κανένα πτυχίο, μέ καμμιά σπουδή. Ἐκεῖ, μεταξύ τῶν ἄλλων,  προσέγγισα τόν βιωματικό διάλογο μεταξύ «δικοῦ» μου καί «ξένου». Ἦταν, καί εἶναι, ἡ  ἀνθεκτική στόν χρόνο διελκυστίνδα μεταξύ τῆς  στάσης ἀπέναντι στόν ὅμαιμο καί στόν ὁμόθρησκο, ἀφενός, καί τῆς στάσης ἀπέναντι στόν φυλετικά, πολυτισμικά ἤ θρησκευτικά διαφορετικό, ἀφετέρου. Φιλοξενούμενος τοῦ τάγματος, βρέθηκε καί κάποιος κληρικός ἄλλου τάγματος, χωρίς νά ἐνθυμοῦμαι τίνος. Τό μόνο πού ἐνθυμοῦμαι μέχρι σήμερα, εἶναι η ἐντύπωση πού μοῦ προκάλεσε ἡ μέ μεγάλη βεβαιότητα  ἄποψή του ὅτι,  ὡς Ὁρθόδοξος εἶμαι καί αἰρετικός καί σωτηριολογικά ἀκάλυπτος. Τήν ἴδια ἐποχή καί ἐγώ εἶχα τήν ἴδια ἄποψη γιά ὅλους τούς πιστούς διαφορετικῶν χριστιανικῶν ὀμολογιῶν. Πῶς ἐδικαιλογεῖτο στό Ὀρθόδοξο μέσα μου, νά συμμετέχουμε στό Ἐξωτερικό σέ ὀρθόδοξες λειτουργίες καί σέ ὅλα τά ὀρθόδοξα μυστήρια σέ Ναούς πού μᾶς παραχωροῦσαν εὐγενῶς  Ἐκκλησίες Καθολικῶν ἀλλά καί Προτεσταντῶν καί ἐμεῖς νά ἀρνούμεθα νά ἀνεχθοῦμε ἀκόμη καί μιά  ἐξόδιο ἀκολουθία σέ δικό μας Ναό «ἴνα μή μιανθεῖ»; (Μόλις προχθές στήν Τῆνο ἡ τοπική ὁρθόδοξη ἐκκλησία ἀπαγόρεψε τήν ἐξώδιο ἀκολουθία σε ὀρθόδοξη σύζυγο καθολικοῦ, ἐπειδή ἡ οἰκογένειά της τὀλμησε νά ἐκφράσει τήν  ἐπιθυμία της να ταφεῖ ἡ ἀγαπημένη τους σέ κοιμητήριο τῶν  καθολικῶν  κατοίκων τοῦ χωριοῦ στό ὁποῖο διέμενε ἡ οἰκογένεια). Γιατί τόσος βαθύς διχασμός; Πάμπολλα ἐρωτήματα, με ἀπαντήσεις διχαστικές.

   Ἔκτοτε κύλησε πολύ νερό στ’ αὐλάκι, στό προσωπικό καί στό συλλογικό. Ἀπέβαλα πολλές ἀκλόνητες βεβαιότητες, τίς ἀναβάπτισα  σε ἐλεγχόμενες ἤ συγκρατημένες, καί προσέρχομαι  διακριτικά στόν διάλογο, καταβάλλοντας  προσπάθεια σεβασμοῦ  θέσεων  καί  ἀπόψεων ἀκὀμη καί ἀλλοτρίων, μέ τήν προϋπόθεση ὅτι δέν προκαλοῦν πόνο, δέν διψοῦν γιά αἶμα, καμαρώνοντας μάλιστα γι’αὐτό.       

  Διάλογος εἶναι νά ἀκούσεις ὄντως τόν ἄλλον, καί ὄχι ἕνα φάντασμά του, πού ἔχεις στόν νοῦ σου ἀντ’ αὐτοῦ, διάλογος εἶναι νά ἀκούσει ὁ ἄλλος ὄντως ἐσένα κι ὄχι τό  φάντασμά σου πού ἔχει ἴσως στόν νοῦ  του ἀντ’ ἐσοῦ. Διάλογος  εἶναι συνάντηση κατά τήν ὁποία ὁ καθένας εἶναι κατ’ ἀρχάς διατεθειμένος νά κάνει χῶρο στόν ἄλλο. Ἄν ἡ συνάντηση αὐτή τολμηθεῖ, μπορεῖ κάτι νά καρπίσει ἤ, τουλάχιστον, νά φανεῖ  καλύτερα ποιά εἶναι ἡ πραγματική πραγματικότητα.  Καθόσον, ὅταν κάποιοι βρίσκονται σε ἀπόσταση καί δέν προχωροῦν σέ διάλογο, τότε ἡ διαφορά τους φαίνεται μεγαλύτερη. Ὅταν  ὅμως προσέλθουν σέ διάλογο καί ἡ κάθε πλευρά άκούσει τήν  ἄλλη, τότε πολλές φορές ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ διαφορά τους εἶναι μικρή. Στό πεδίο τῶν ἀνθρώπινων σχέσεων ἐξ ἀρχῆς, ὁ Ἄλλος δέν εἶναι ποτέ κάποιος ἀφηρημένα. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τό Ὑποκείμενο. Κατά παράδοξο τρόπο γιά τόν   ἴδιο, δέν εἶναι ἀκόμα κάποιος, γενικά· ἐξ ἀρχῆς εἶναι κάποιος σέ σχέση μέ τόν Ἄλλο. Στόν μύθο τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ Ἀδάμ συνειδητοποιεῖ τήν ὕπαρξή του μόνο στήν θέα τῆς Εὔας: «τοῦτο νῦν ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μου καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μου…» 

  Στίς μέρες μας ὄχι μόνο ἀκούγεται, ἀλλά βιώνεται ἡ ἄποψη τοῦ ἱκανοῦ φιλόσοφου Σάρτρ: Ἡ κόλασή μου εἶναι οἱ Ἄλλοι. Εἶναι εὐδιάκριτη μία σκληρή  ἀλλά καί πεσιμιστική στάση ἀπέναντι στούς Ἄλλους, ἀφοῦ ὁ φιλόσοφος ὄχι μόνο δέν τούς βλέπει ὡς μία εὐκαιρία ὑπαρξιακῆς ὁλοκλήρωσης, ἀλλά τούς χαρακτηρίζει ἀνεφανδόν ὡς κόλαση. Ὁ διπλανός γιά τόν Σάρτρ δέν εἶναι ἕνας συνοδοιπόρος οὔτε μία εὐκαιρία γιά βελτίωση καί εὐτυχία. Ὁ Ἄλλος γιά τό Ὑποκείμενο εἶναι  καταστροφή,  ἕνας μονόδρομος  πρός ἕνα ἀτέρμονο μαρτύριο. Εἶναι κάποιος τόν ὁποῖο πρέπει νά ἀποστρέφομαι καί νά φοβᾶμαι.

  Στόν ἀντίποδα κυκλοφορεῖ καί μιά δεύτερη άποψη, ἔντονα διαφοροποιημένη ἀπό τήν πρώτη, αὐτή τοῦ Ντοστογιέφσκι: Ἡ κόλασή μου δέν εἶναι ὁ Ἄλλος, ἀλλά ἡ  δική μου ἄρνηση νά τόν ἀγαπήσω. Ἡ ἔλλειψη τῆς αγάπης  εἶναι αὐτή πού δημιουργεῖ τήν κόλαση, ἡ  ὁποία εἶναι μία ὑπόθεση τροπική   καί ὄχι τοπική.  Κόλαση εἶναι ἡ ἔλλειψη ἀγάπης, αὐτή πού ὁδηγεῖ τό ‘Υποκείμενο νά θεωρεῖ τόν Ἄλλο ὡς ἐχθρό.  

   Μέ τόν Ἄλλο ἤ τούς Ἄλλους, ὑπάρχει πάντοτε ἕνα πρόβλημα. Παιχνίδια ἐξουσίας και στρατηγικές τῆς ἀγάπης, ἐπιθυμίες καί ἀνησυχίες, ὑψηλά ἰδανικά καί ἀνθρώπινες κοινοτυπίες, ὅλα αὐτά συμβαίνουν ἐνώπιον τοῦ Ἄλλου.  Ἡ θεμελιώδης συλλογική μας ὕπαρξη ἀμφιταλαντεύεται συνεχῶς ἀνάμεσα σέ δύο ἄκρα: τήν ἀποδοχή τοῦ Ἄλλου ἤ τόν ἀποκλεισμό του.

 Αὐτός ὁ Ἄλλος μπορεῖ νά εἰδωθεῖ ὡς ἕνα σταθερό ἔδαφος γιά τίς δικές μας, ἀτομικές ἤ συλλογικές ἑνοποιημένες δομές. Τήν  ἴδια στιγμή, ὁ Ἄλλος μπορεῖ να θεωρηθεῖ ὡς μιά δυνητικά ἐνοχλητική καί καταστρεπτκή δοκιμασία γιά τήν  ἀτομική ἤ συλλογική ἑνότητα καί τήν σταθερότητά μας.  Ἡ ἑνοποίηση τοῦ ὑποκειμένου εἶναι ἔκβαση ταύτισης.  Γιά ἐμᾶς, ἡ ταυτότητά μας δέν ἀποτελεῖ ποτέ ἀφετηρία· εἶναι ἀποτέλεσμα.

 Τό ἴδιο ισχύει καί γιά τήν ὁμάδα, στήν προκειμένη περίπτωση, γιά τήν ὀμάδα τῶν πιστῶν.  Ὁ ἐν Χριστῶ ἀδελφός εἶναι ἕνας ἀποδεκτός Ἄλλος. Στήν ὕπαρξή του μποροῦμε εὔκολα νά ἀντικατοπτρίσουμε τήν δική μας (ἐξιδανικευμένη) εἰκόνα. Ἐκεῖνος εἶναι ὁ συν-πιστός μας. Ἀπό τήν  ἄλλη μεριά, ὁ αἱρετικός εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ ὁ μή ἀποδεκτός Ἄλλος. Δέν εἶναι μαζί μας· δέν εἶναι δικός μας. Εἶναι ἀπωθημένος, καταδικασμένος, ἀποκλεισμένος. Ὁ  Χριστιανισμός χωρίς ἀμφιβολία, ἀποτελεῖ  συλλογικό φαινόμενο. Δέν μπορεῖ νά περιοριστεῖ σέ μιά ἀμιγῶς ἀτομική δυναμική. Ὅμως ὡς κατακερματισμένος, πολυκεντρικός χῶρος, οἱ κοινότητες τῶν πιστῶν, ἐν προκειμένω οἱ χριστιανοί, βιώνουν κάποια ἀπό τά βαθύτερα ἄγχη. 

  Ἡ ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ μπορεῖ νά εἰδωθεῖ ὠς μιά ἱστορία μεγάλων καί πολλῶν τραγικῶν ἀποκλεισμῶν τοῦ Ἄλλου-τῶν Ἄλλων. Ἡ κανοστική φύση τῆς δογματικῆς του αὐστηρότητας μέ ὅλο τό ἰδεολογικό καί πολιτικό της ὑπόβαθρο, μέ τόν ξεκάθαρο καθαγιασμό τῶν  Ἱερῶν Κειμένων, πού μπορεῖ νά φτάσει μέχρι τήν φετιχοποίησή  του, ἔκανε τόν  (ἐπίσημο, αὐτοκρατορικό, ἰδεολογικό) Χριστιανισμό μιά μᾶλλον συγκρουσιακή ὑπόθεση.   

 Ἡ ἱστορία τοῦ δόγματος μπορεῖ νά εἰδωθεῖ ὡς μιά (ὄχι λιγότερο τραγική) ἱστορία δογματικῶν ἀντιπαραθέσεων καί διενέξεων, συγκρούσεων καί μονομέρειας. Ἡ εὐφυής διανοητική δημιουργικότητα, οἱ πνευματώδεις θεωρίες καί ἡ βαθειά ὀξυδέρκεια συμπλέκονταν (συχνά σχεδόν τοξικά) μέ διάφορες ἀνθρώπινες ἀδυναμίες, ὅπως ἡ ἐπιθυμία γιά ἐξουσία, οἱ ἴντριγκες καί οἱ ἀμιγῶς ναρκισσιστικές φιλοδοξίες.  Ὁ ριζικός ἀποκλεισμός τοῦ μή ἀποδεκτοῦ Ἄλλου ἦταν καί εἶναι ἕνα ἀπό τά πιό διαδεδομένα φαινόμενα.

  Ἡ παθολογία τῆς ριζοσπαστικοποιημένης ἰδεολογίας τῆς ὁμάδας κατά  τήν διάρκεια τῆς μακραίωνης χριστιανικῆς ἱστορίας ἀντικατόπτριζε τίς βασικές της ἀνησυχίες καί ἀνασφάλειες.  Τέτοιες ὁμάδες συχνά εἶναι ἔτοιμες νά ριζοσπαστικοποιηθοῦν· τό μόνο πού χρειάζονται ἕνας ψευδοχαρισματικός ἡγέτης. Γιά ὅλους αὐτούς, ὁ ἐχθρός, ὁ μή ἀποδεκτός Ἄλλος, εἶναι πάντα βολικός.

  Παλαιότερα, ἡ ἀπιστία ἦταν ἕνα θέμα τό  ὁποῖο ἀφοροῦσε τούς ἄθεους. Ἡ  Ἐκκλησία τότε δεχόταν ἐπίθεση ἀπό ἔξω. Ἄς σκεφτοῦμε ἀπλά τόν Proudhon: « Τό πρῶτο καθῆκον τοῦ ἀνθρώπου στήν πορεία του πρός τό νά γίνει νοήμων καί ἐλεύθερος, εἶναι νά διώχνει διαρκῶς τήν  ἰδέα τοῦ θεοῦ ἔξω ἀπό τό μυαλό καί τήν συνείδησή του. Ἐπειδή ὁ θεός, ἐάν ὑπάρχει, εἶναι κάτι ἔξω ἀπό τήν  φύση μας καί δέν ἐξαρτιόμαστε καθόλου ἀπό τήν ἐξουσία του…» Τελευταία ὅμως, ἡ ἀπιστία ἔγινε θέμα καί τῶν πιστῶν, πιό πολύ ὅμως τοῦ Ἱερατείου· ἡ Ἐκκλησία δέχεται τώρα ἐπίθεση ἐκ τῶν ἔσω.

  Δέν ζοῦμε πιά στήν ἐποχή τῶν ἀπολογητῶν. Ζοῦμε στήν ἐποχή τῶν πραγματιστῶν γραφειοκρατῶν καί τοῦ ἀναχρονιστικοῦ φυλετισμοῦ. Ἡ ἐποχή μας εἶναι μιά ἐποχή διάλυσης καί κατακερματισμοῦ.

   Ὁ πρότερος ἀθεϊσμός  ἦταν λεκτικός καί λειτουργοῦσε περισσότερο ὠς πεδίο πολεμικῆς καί ἐπιχειρηματολογίας. Ὁ πραγματικός ἀθεϊσμός στίς μέρες μας εἶναι βουβός.  Τά φαινόμενα τῆς πραγματικῆς παθολογίας τήν ὁποία ἀντιμετωπίζουμε σήμερα (μιάς παθολογίας ὄχι ἀπλά ἱερατικῆς ἀλλά ἐνδοεκκλησιαστικῆς, συλλογικῆς καί ἀτομικῆς), εἶναι στό βάθος ἄφωνα. Ἄς ἀναφέρουμε μόνο τήν κοινοτυπία τῆς ἀπληστίας, τῶν ἐθισμῶν, τῆς δίψας γιά ἐξουσιαστική δύναμη, τῆς διεστραμένης σεξουαλικότητας…

  Ἡ ἐχθρότητα πρός τούς ἐκτός παραχώρησε τελικά τά πρωτεῖα στίς ἐσωτερικές (αὐτο)καταστροφικές δυνατότητες. Δέν ζοῦμε  σέ μιά ἐποχή ἀγάπης. Ζοῦμε σέ μιά (συγκρουσιακή) ἐποχή ἀδιαφορίας. Στίς μέρες μας δέν εἶναι εὔκολο, (ἄν καί θά μποροῦσε νά ἔχει ἐξαιρετική σημασία),  νά εἶναι κανείς ἕνας τίμιος θεολόγος, κληρικός, τίμιος μοναχός, ἀκόμη καί τίμιος πιστός. Ἄν καί ἐνοχλητικό, ὑπάρχει ἕνα δυνητικά καρποφόρο δίκιο στήν ἀμφιλεγόμενη ρήση τοῦ  Lacan: Μόνο οἰ θεολόγοι μποροῦν νά εἶναι πραγαμτικοί ἄθεοι. 

  Αὐτοί πού πρῶτοι ἔχουν χάσει τόν σύνδεσμό τους μέ τό Εὐαγγέλιο, ἐπομένως ἄθεοι, εῑναι πρῶτοι οἱ κληρικοί. Ὡς ὀρφανοί ἀπό Πατέρα, εἶναι ἀνίκανοι νά ἔχουν ἐν Χριστῶ ἀδελφούς·  γι’αὐτούς οἱ ἄλλοι μποροῦν νά λειτουργοῦν μόνο ὡς καθρέφτες τοῦ ναρκισσισμοῦ τους. Ἀλλιῶς ἀναγνωρίζονται μόνο ὡς ἐχθροί, ὡς ἀντίπαλοι.  Τήν ἀδαή τυπολατρία τους ἀκολουθεῖ ὁ ἐξοστρακισμός τοῦ Πνεύματος.   

  Ἡ παθολογική στέρηση τοῦ Πνεύματος τούς κάνει ἄψυχους. Ἡ κατάσταση αὐτή ἐμπερικλείει κενότητα. Αὐτή τους ἡ κενότητα εἶναι ναρκισσιστική καί ἐπιθετική. Χρειάζονται ἀπεγνωσμένα ἐχθρούς, λατρεύουν τήν δύναμη. Μιά δύναμη ἡ ὁποία ἐμπεριέχει ἀκλόνητη βεβαιότητα. Δύναμη τῆς θεσμοθετημένης παρουσίασης καί  ἀναπαράστασης. Δύναμη τῆς  ἀνθρώπινης κυριαρχίας ἐπί τοῦ θεϊκοῦ νοήματος, ἐπί τῶν ἱερῶν συμβόλων καί τῶν τελετῶν, ἐπί τῆς ἀνάμνησης (τοῦ παρελθόντος) καί τοῦ ἐλέγχου τοῦ παρόντος.  Μιά ἀποξενωμένη δύναμη. Ταυτόχρονα καταπιεστική καί δελεαστική, νευρωτική καί ναρκισσιστική. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ ἀλήθεια ἀποκλείει ἐντελῶς ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀλήθεια. Τό μεγαλύτερο πάθος τους εἶναι ὁ φθόνος, ἐνῶ εἶναι ἀνίκανοι νά ἀγαπήσουν.

  Αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ δύναμη, (ἡ δύναμη νά ἀποκλείεις τόν Ἄλλο), εἶναι καθαυτή καταστροφική, τόσο γιά τήν ὁμάδα ὅσο καί γιά τόν περίγυρο.  Γιά τούς ἄλλους. Καί γιά ἐμᾶς. Αὐτά εἶναι τά λόγια τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ: Ἡ θεότητα δέν εἶναι περίπλοκη ιδωμένη ἀπό μιά μόνο προοπτική. Εἶναι δύσκολη ἀπό κάθε προοπτική.

 Τραυματισμένη ἡ Χριστιανική  Ἐκκλησία ἀπό τήν ἱστορία ἔγινε τελικά ἕνα παράδοξο μεῖγμα (ἀλληλοαποκλειομένων) φυλετισμοῦ καί ὀρθολογισμοῦ. Ἡ μέσω τοῦ δόγματος προϋποτιθέμενη καθολικότητά της, εἶναι διασκορπισμένη, ἐνῶ προβληματισμοί σχετικά μέ τήν ἐξουσία κυριαρχοῦν, ἀκόμη καί στό πεδίο τῆς ἐκκλησιολογίας της, ἀλλά περισςότερο διαυγής εἶναι ἡ διασάλευση μέ τήν ταύτιση τῆς συντριπτικῆς πλειοψηψίας τῶν κληρικῶν μέ ἀκροδεξιά μορφώματα.   

  Αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ (ἐκκλησιαστική, θεολογική, ἰδεολογική) ἡγεμονία  λειτουργεῖ ὡς μιά τραγική ἄρνηση τοῦ  Χριστιανικοῦ ἰδεώδους τῆς  καθολικότητας.

 ΥΓ.

-Ὑπάρχουν ἀκόμη κάποια ἐρωτήματα πού περιμένουν νά τεθοῦν. Εἶναι πραγματικά ἐφικτό γιά τήν Ἐκκλησία νά εἶναι ἡ Μία, ταυτόχρονα ἐκπεφρασμένα μέ διαφορετικό λόγο; Ἐάν κάτι εἶναι καλό γιά τούς κληρικούς, εἶναι ἀπαραίτητα καλό καί γιά τούς λαϊκούς; Ἐάν κάτι εἶναι καλό γιά τούς ζηλωτές,  εἶναι ἀπαραίτητα καλό καί γιά τήν Ἐκκλησία;  Ποιά ἀκριβώς εἶναι ἡ θέση τοῦ οἰκουμενικοῦ χριστιανισμοῦ μέσα στό κοσμικό κράτος; Εἶναι πιθανό γιά τήν Ἐκκλησία νά  εἶναι ἡ Μία;  Πόσο Μία μπορεῖ νά εἶναι ἡ Ἐκκλησία ὅταν π.χ. ἡ ἀλλαγή ἠμερολογίου χώρισε τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σέ τόσα κομμάτια; Πόσο Μία μπορεῖ νά εἶναι ἠ Ἐκκλησία ὁταν ἡ πρόσφατη ἐπέλαση τῆς πανδημίας τοῦ κορωνοϊοῦ ἔθεσε σέ δοκιμασία τήν πίστη, μέ κηρύγματα πειρασμικά, ὅτι  οἰ πιστοί μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄτρωτοι ἀπό τόν ἰό; Γιατί δέν ἐπιστρέφουμε στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ὅσον ἀφορᾶ τήν Ἱερά Μετάληψη; 

-Ἡ πραγματική Ὀρθοδοξία εἶναι ἱστορικά χαμένη ἀνάμεσα σέ δύο αὐτοκρατορικές δυνάμεις τῆς  ἐποχῆς μας, τήν Ρωσία καί τίς  ΗΠΑ. Οἰ Ρώσοι δροῦν ὡς αὐτοκρατορική δύναμη. Πιστεύουν ὅτι ἔχουν δύναμη καί πραγματικά χαίρονται μέ αὐτή τους τήν πεποίθηση. Γι’ αὐτούς ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι λειτουργοῦν ὡς οἱ φτωχοί τους ἀδελφοί. Οἱ φτωχοί ἀδελφοί ὅμως δέν εἶναι ἀπλά φτωχοί· εἶναι καί ἀνυπόφορα ἀδύναμοι. Ὄντας τόσο ἀδύναμοι, εἶναι ὅλοι τους περισσότερο ἤ λιγότερο χαμένοι ἀνάμεσα στούς δύο αὐτοκρατορικούς ἀφέντες: ἀνάμεσα στήν Ρωσική Ἀνατολή καί τήν  Δύση. Ἠ ἀσυμμετρία τῆς δύναμης εἶναι αὐτονόητη.

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2020

ΠΕΡΙ «ΛΑΪΚΙΣΜΟΥ» ΚΑΙ «ΑΔΕΙΩΝ ΔΙΕΛΕΥΣΗΣ»


 Ξ.: Από τον γνωστό μας πλέον, καθηγητή Νομικής του ΑΠΘ, κύριο Απόστολο Σοφιαλίδη, λάβαμε, «αντί ευχετήριας κάρτας», όπως γράφει, παρέμβαση, στη συζήτηση που έχει ανοίξει τις τελευταίες μέρες, γύρω από μια πληγή που άνοιξε το Περιφερειακό Συμβούλιο ΝΑ και με την ευχή, όπως μας λέει  «να κλείσει, όχι όμως με επιβολή κατοχής».


ΓΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΑΝΕΜΟΓΕΝΝΗΤΡΙΩΝ ΣΤΗΝ ΤΗΝΟ

[ένας απόηχος από τη συνεδρίαση

του περιφερειακού συμβουλίου Νοτίου Αιγαίου της 22.12.2020]

 

Οι διοικητικές υπηρεσίες βρίσκονται συχνά «ανάμεσα σε δύο πυρά». Μπορώ να καταλάβω καλά την πίεση που υφίστανται. Υπάρχουν όμως πράγματα που δεν μπορώ να καταλάβω και που βασανίζουν σκληρά πολλούς τον τελευταίο καιρό.

 

Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι ένας ιδιώτης ζητεί την έκδοση οικοδομικής άδειας, προσκομίζοντας όλα τα δικαιολογητικά που νομιμοποιούν και στηρίζουν την αίτησή του με βάση τις πολεοδομικές διατάξεις, και ότι, στη συνέχεια, εμφανίζεται ένας άλλος και ζητεί, από την ίδια υπηρεσία, να μην εκδοθεί άδεια, υποστηρίζοντας ότι, αν ανεγερθεί η οικοδομή που ζητείται, θα προσβληθεί ένα δικό του δικαίωμα. Υποστηρίζει, λ.χ., ότι με βάση αυτή την άδεια θα ανεγερθεί δεκαώροφη οικοδομή που θα προσβάλει τη θέα της Ακρόπολης των Αθηνών και θα υποβαθμίσει το πολιτιστικό και οικιστικό περιβάλλον της περιοχής στην οποία κατοικεί. Ας υποθέσουμε ακόμη, ότι, αν η υπηρεσία εκδώσει την άδεια, ο πολίτης που αντέδρασε προστρέχει τώρα στον πολιτικό και υπηρεσιακό προϊστάμενο της υπηρεσίας και ζητεί την ανάκληση ή ακύρωση ή την αναστολή ισχύος της άδειας, προβάλλοντας τους ίδιους λόγους. Ερωτάται: Είχε δυνατότητα η υπηρεσία να «ακούσει» αυτόν τον πολίτη και να αρνηθεί την έκδοση της άδειας; Είχε δικαίωμα ο προϊστάμενός της να παρέμβει, είτε προληπτικά είτε κατασταλτικά, ώστε να μην υπάρξει τελικά οικοδομική άδεια και οικοδομή;

 

Δίνω καταφατικές απαντήσεις και στα δύο ερωτήματα. Οι νομικές βάσεις τους δεν είναι δυνατό, ούτε υπάρχει ανάγκη να αναπτυχθούν στον χώρο αυτό. Γιατί, όποια απόφαση κι αν έπαιρνε η υπηρεσία ή ο προϊστάμενός της, αυτή θα μπορούσε στη συνέχεια να προσβληθεί στα αρμόδια δικαστήρια. Στην περίπτωση του παραδείγματος, ο πολίτης που αξίωσε ανεμπόδιστη θέα για την Ακρόπολη και υποστήριξε ότι η οικοδομή θα υποβαθμίσει το πολιτιστικό και οικιστικό περιβάλλον της περιοχής, προσέφυγε στα δικαστήρια και δικαιώθηκε[1]. Αν η διοίκηση δεν εξέδιδε την άδεια, θα μπορούσε να προσφύγει στα δικαστήρια εκείνος που την είχε ζητήσει, βάλλοντας αυτή τη φορά κατά της παράλειψης της διοίκησης να προχωρήσει σε «οφειλόμενη ενέργεια» και προβάλλοντας υποχρέωση της διοίκησης να εκδώσει την άδεια, αφού είχε προσκομίσει όλα τα «δικαιολογητικά» που απαιτεί ο νόμος. Το δικαστήριο, αυτή τη φορά, θα απέρριπτε την προσφυγή, για τον ίδιο λόγο που δέχθηκε την προηγούμενη και με βάση την ίδια επιχειρηματολογία που χρησιμοποίησε και στην προηγούμενη περίπτωση. Κι αυτό γιατί πρόκειται για το ίδιο ακριβώς θέμα, από αντίστροφη κάθε φορά όψη. Η διοίκηση, όμως, θα ενεργούσε νόμιμα σε μία μόνο περίπτωση: Αν δεν είχε εκδώσει την άδεια ή αν την είχε ανακαλέσει έγκαιρα. Γιατί η νομιμότητα δεν είναι νόμισμα με δύο διαφορετικές όψεις. Είναι πάντα μία, από όποια όψη και αν βλέπει κανείς το ίδιο θέμα[2].

 

Δεν είναι όμως αυτό το πιο κρίσιμο ζήτημα. Γιατί η διοίκηση είναι πιθανό να σφάλει, όπως είναι πιθανό να σφάλουμε όλοι. Συνεπώς, μπορεί να μην είναι νόμιμη τόσο μια θετική πράξη της (λ.χ. η έκδοση άδειας) όσο και μια παράλειψή της (λ.χ. η μη έκδοση άδειας). Αυτό θα το κρίνουν στη συνέχεια τα δικαστήρια. Το πιο κρίσιμο ζήτημα είναι με ποια κριτήρια παίρνει τις αποφάσεις της η διοίκηση. Αλλά και σε ποια πλευρά θα επιρρίψει το βάρος και το κόστος των αποφάσεών της. Διότι η διοίκηση «είναι» για όλους. Και, ίσως, «είναι» περισσότερο για τους πιο αδύνατους. Και γι’ αυτό οφείλει να σταθμίζει διαρκώς αντικρουόμενα δικαιώματα και συμφέροντα, πριν πάρει αποφάσεις και πριν προχωρήσει σε οιαδήποτε πράξη ή παράλειψη. Δύσκολη δουλειά, αλλά αυτό το καθήκον τής εμπιστεύθηκε ο Ελληνικός Λαός, κατά το ισχύον Πολίτευμα και Σύνταγμα.

 

Ακόμη πιο σοβαρό είναι όμως το ζήτημα ότι η διοίκηση δεν έχει δικαίωμα να ισχυρισθεί ότι «δεν μπορεί» να πάρει αποφάσεις. Και κανένας προϊστάμενος δεν επιτρέπεται να ισχυρισθεί ότι δεν μπορούσε να εμποδισθεί ή να ανακληθεί μια άδεια, όταν αυτή μπορεί να προσβάλλει προστατευτέο δικαίωμα και συμφέρον άλλου πολίτη ή το κοινό συμφέρον. Και αν θεωρεί ότι δεν είναι ο ίδιος αρμόδιος, οφείλει να παραπέμψει αμέσως το θέμα στον αρμόδιο. Και, φυσικά, είναι πολύ ορθότερο, τόσο πολιτικά και κοινωνικά όσο και νομικά, η διοίκηση να προλαβαίνει το κακό, αντί να αναζητεί κατόπιν εορτής, ίσως και μάταια, την επανόρθωση. Τα ίδια ισχύουν για πολλές ακόμη «άδειες», αλλά και για τις «άδειες διέλευσης» για τις οποίες συζητούμε. Δεν είναι του χαρακτήρα μου να κοιτάζω από την κλειδαρότρυπα την εσωτερική ζωή μιας οικογένειας, περνάει όμως από το μυαλό μου η σκέψη ότι από τις 04.12.2020 που κατατέθηκαν οι αιτήσεις για τις συγκεκριμένες άδειες διέλευσης, μέχρι την 11.12.2020, οπότε αυτές εκδόθηκαν τελικά, υπήρξαν εσωτερικές διαβουλεύσεις και συνεννοήσεις της υπηρεσίας με την πολιτική ηγεσία της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι δυνατό να μη θεωρήσω ότι η Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου έλαβε απόφαση να εκδώσει τις άδειες και να απορρίψει (σιωπηρά, όμως) όλες τις αντιρρήσεις της τοπικής κοινωνίας της Τήνου. Ο ενδιάμεσος χρόνος δεν δαπανήθηκε για να ελεγχθούν οι αιτήσεις ή για να γραφούν οι άδειες. Άλλωστε, αυτές είχαν γραφεί προηγουμένως ακόμη δύο φορές. Αντιγραφή έγινε στις 11.12.2020, με κάποιες ελάχιστες τροποποιήσεις.

 

Αυτά, κατά την άποψή μου, προκύπτουν από το σύνολο της έννομης τάξης που ρυθμίζει την κοινωνική και οικονομική ζωή στη χώρα μας. Φυσικά, όταν το υποστηρίζει αυτό κάποιος που, όπως ο γράφων, δεν έχει ιδιότητα δικαστή που δικάζει τη συγκεκριμένη υπόθεση, και εφόσον διαθέτει στοιχειώδη κοινωνική αγωγή και ευγένεια, μόνο «άποψη» μπορεί να διατυπώσει. Όλα τα αντίθετα αποτελούν «αγένεια», «λαϊκισμό» και «δημαγωγία». Όποιος ισχυρίζεται με τρόπο απόλυτο ότι «άλλα ορίζει ο νόμος», μπορεί να έχει οιαδήποτε επαγγελματική ή επιστημονική ιδιότητα, μπορεί να είναι υπουργός, περιφερειάρχης ή και αντιπεριφερειάρχης ή να κατέχει (δοτή και ελεγχόμενη) θέση οιασδήποτε εξουσίας, αλλά δεν είναι «ο νόμος», ούτε μπορεί να αποφαίνεται ως νομοθέτης ή ως δικαστής. Αν νομίζει ότι είναι το πρώτο ή ότι μπορεί το δεύτερο, τότε είναι δημαγωγός ή λαϊκιστής ή, ακόμα χειρότερο, ιππέας της εξουσίας, που αρέσκεται να έχει υπηκόους, για να τους κουνάει το δάχτυλο, να τους κάνει μαθήματα «δημοκρατίας» ή «πολιτικής αξιοπρέπειας», να τους μοιράζει χάντρες και καθρεφτάκια, δρόμους ή φωτάκια ή άλλα «έργα», ή να τους μαστιγώνει με το καμτσίκι, όταν θεωρεί ότι είναι ατίθασοι. Και, σίγουρα, είναι αγενής. Πρέπει ακόμη να προσθέσω, ότι λαϊκισμός είναι και όταν ο εισηγητής του θέματος αντιπεριφερειάρχης, δήλωσε στη συνεδρίαση της 22.12.2020,μεταξύ πολλών άλλων, για τους δικηγόρους ότι «τους ξέρουμε καλά· υποστηρίζουν δολοφόνους, ισχυριζόμενοι ότι εκπυρσοκρότησε το πιστόλι»!!!!!Το ίδιο ισχύει και για τον πολιτικό προϊστάμενό του, ο οποίος, αντί να επαναφέρει τον εισηγητή στην τάξη, αμφισβήτησε τις ικανότητες των νομικών παραστατών του Δήμου Τήνου, με το επιχείρημα ότι «έχασαν όλες τις δίκες απέναντι στην εταιρεία των ανεμογεννητριών»!!!! Και ο οποίος, επιπλέον, δήλωσε ότι όσα ανέπτυξε «περί νομιμότητας» κατά τη συνεδρίαση του περιφερειακού συμβουλίου της 22.12.2020, στηρίζονται στις «απόψεις» των νομικών συμβούλων του, δηλαδή σε «απόψεις» συναδέλφων δικηγόρων!!!! Ας κάνουμε λοιπόν το λογαριασμό: Στη δημαγωγία, προστίθενται η αντιφατικότητα και η υποκρισία.

 

Μπορούμε να συζητούμε και να διαφωνούμε επί χρόνια για την ομιχλώδη έννοια του «λαϊκισμού» (και δη του «κατευθυνόμενου»), την οποία αποφάσισε (ή μήπως ούτε αυτό ήταν «απόφαση», αλλά έγινε κατά τύχη;) να επιβάλει το περιφερειακό συμβούλιο στην ημερήσια διάταξη της συνεδρίασής του της 22.12.2020. Όμως, οι ανεμογεννήτριες βρίσκονται ήδη στην Τήνο, «πατώντας» στις επίμαχες άδειες διέλευσης, οι οποίες εξακολουθούν να στραγγαλίζουν το νησί και τους Τηνιακούς πολίτες. Με τις ίδιες άδειες, επιδιώκεται η τελική μεταφορά τους στο χώρο της σχεδιαζόμενης εγκατάστασης. Την ίδια στιγμή, δεκάδες πολίτες παρακολουθούνται και διώκονται από άλλες υπηρεσίες και αρχές, επειδή διαμαρτύρονται κατά των ανεμογεννητριών στον καιρό της πανδημίας (!!!!), άλλοι διώκονται (αστικά και ποινικά) από την επενδύτρια εταιρεία για τον ίδιο λόγο και όλοι οι πολίτες της Τήνου ζουν χρονιάρες μέρες σε καθεστώς μαύρου σκοταδιού, τρόμου και κατοχής. 

 

Έχει μείνει ελάχιστος ακόμη χρόνος, για να το ξανασκεφτούν όλοι όσοι διαθέτουν εξουσία και για να αποφασίσουν δίπλα σε ποια πλευρά θα σταθούν. Τα λόγια, όμως, δεν αρκούν, ούτε πείθουν κανέναν πια.

 

Χρόνια πολλά σε όλες και όλους.

 

Απόστολος Σοφιαλίδης

Θεσσαλονίκη, Χριστούγεννα του 2020

 

 



[1] Πρόκειται για την υπόθεση που έγινε γνωστή στο Πανελλήνιο και απασχόλησε και το ΣτΕ, το οποίο, με την υπ’ αριθ. 2102/2019 απόφαση της Ολομέλειάς του, ακύρωσε τις άδειες που είχαν εκδοθεί και δικαίωσε τους πολίτες που είχαν προσφύγει σ’ αυτό. Στο σημείο αυτό, για λόγους οικονομίας, το παράδειγμα χρησιμοποιείται σχηματικά και απλοποιημένα.

[2]Σημειώνω, ότι στην περίπτωση των ανεμογεννητριών στην Τήνο, στο ΣτΕ δεν είχε οδηγηθεί η νομιμότητα των αδειών διέλευσης, για τις οποίες γίνεται αυτή η παρέμβαση στη συζήτηση. Και για τις άλλες άδειες δεν είχαν προσφύγει στο ΣτΕ οι πολίτες που διαμαρτύρονται για την έκδοση των συγκεκριμένων αδειών διέλευσης από την ΠΝΑ.

Η αλήθεια δεν είναι ρουφιανιά, φυσιογνωμία* είναι. Το πριν και το μετά.

Το πριν:


Και το μετά:




Σημ: H ιστορία δεν είναι μυθοπλασία. Τα πρόσωπα είναι φανταστικά. 


*φυσιογνωμία < αρχαία ελληνική φυσιογνωμονία (κρίνοντας ή μελετώντας τα φυσικά χαρακτηριστικά)

 Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φυσιογνωμία θηλυκό

  1. τα χαρακτηριστικά του προσώπου
  2. (μεταφορικά) τα εξωτερικά χαρακτηριστικά, η εικόνα, ενός φορέα ή οργανισμού
    Προσπαθούν να βελτιώσουν τη φυσιογνωμία της γειτονιάς
  3. (μεταφορικά) κάποιος που ξεχωρίζει
    Ο Νικόλας Άσιμος υπήρξε φυσιογνωμία στο ελληνικό ροκ

φυσιογνωμιστής αρσενικό και φυσιογνωμίστρια θηλυκό